Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Μαλακά Brownies με Φυστικοβούτυρο


 Όταν ακούω για brownies μου τρέχουν τα σάλια. Μπορώ να φάω ολόκληρο το ταψί μόνη μου, χωρίς να δεχτώ να μοιραστώ την απόλαυση με κανέναν άλλο. Φτάνει να είναι πετυχημένο στο είδος του, γιατί πολλάκις αυτό το εξαιρετικό γλυκό κακοποιείται με συνταγές που το κάνουν να προκύπτει στεγνό, σαν κέικ που το πάτησε οδοστρωτήρας. Στο παρελθόν έχω προτείνει αυτήν εδώ τη συνταγή brownies με έντονη και χαρακτηριστική γεύση κακάο.
Σήμερα που με έπιασε μία λιγούρα για μεγάλη δόση σοκολάτας, έφτιαξα αυτά τα brownies, τα οποία είναι πολύ σοκολατένια, όχι πολύ πικρά, η υφή τους είναι πολύ μαλακή και μαστιχωτή και για τελείωμα "καλύπτονται" από ένα πλούσιο στρώμα σοκολάτας γάλακτος με φυστικοβούτυρο.
Σε αρκετούς το φυστικοβούτυρο δεν αρέσει. Είναι γεύση την οποία δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, αν και στο εξωτερικό, ειδικά στις Η.Π.Α, αποτελεί βασικό στοιχείο της διατροφής. Στην οικογένειά μου κατά κύριο λόγο δεν το τρώμε, γι'αυτό οι γονείς μου και η αδερφή μου, αν και αναγνώρισαν ότι πρόκειται για ένα επιτυχημένο γλυκό, δεν έφαγαν πάνω από δύο μπουκιές! Άλλοι όμως υποκλίθηκαν στη γεύση του.
Αν εσείς δεν είστε του φυστικοβούτυρου τότε απλά παραλείψτε το. Το αποτέλεσμα θα είναι εξίσου υπέροχο...

Μαλακά Brownies με φυστικοβούτυρο
Μικρή παραλλαγή από το browneyedbaker.com
Για τη βάση

1/3 κούπας κακάο
1/2 κούπας + 2 κουταλιές νερό βραστό
55 γρ. κουβερτούρα
55 γρ. λιωμένο βούτυρο
1/2 κούπας +2 κουταλιές σπορέλαιο
2 αβγά + 2 κρόκοι
2 κουταλάκια εκχύλισμα βανίλιας
2 1/2 κούπας καστανή ζάχαρη
1 3/4 κούπας αλεύρι
3/4 κουταλάκι αλάτι
170 γρ. χοντροκομμένη κουβερτούρα

Για την επικάλυψη

1/2 κούπας φυστίκι αράπικο αλατισμένο
300 γρ. σοκολάτα γάλακτος
250 γρ. φυστικοβούτυρο μαλακό (όχι τραγανό)
1 /2 κουταλιά βούτυρο
1 1/2 κούπας rice Κrispies

Προθερμάνετε το φούρνο στους 175 βαθμούς.

Σε μία κατσαρόλα βάλτε να βράσει το κακάο μαζί με το νερό σε χαμηλή φωτιά. Ρίξτε μέσα τα 55 γραμμάρια κουβερτούρας και ανακατέψτε με το σύρμα μέχρι να διαλυθεί η σοκολάτα. Προσθέστε το λιωμένο βούτυρο, ανακατέψτε και έπειτα προσθέστε και το λάδι. Αφού ομογενοποιηθεί το μείγμα ρίξτε μέσα τα αβγά και τους κρόκους. Ανακατέψτε και πάλι καλά. Βάλτε τη βανίλια και τη ζάχαρη. Ανακατεύοντας θα δείτε ότι το μείγμα αποκτά κόμπους. Αυτό δε μας απασχολεί. Προσθέστε με τη μία το αλεύρι μαζί με το αλάτι και ανακατέψτε είτε με το σύρμα είτε με μία σπάτουλα. Τέλος προσθέστε την κουβερτούρα χοντροκομμένη.


Διαλέξτε τη φόρμα που σας αρέσει και στρώστε στον πάτο της αλουμινόχαρτο ή αντικολλητικό χαρτί. Εγώ χρησιμοποιώ τετράγωνο περίπου τσέρκι το οποίο ντύνω με αλουμινόχαρτο.


Ψήστε για 30-35 λεπτά. Πέντε λεπτά πριν να το βγάλετε από το φούρνο ρίξτε από πάνω τα φιστίκια. Βγάλτε το από το φούρνο και αφήστε το να κρυώσει με το τσέρκι πάνω σε μια σχάρα. Όταν κρυώσει αφαιρέστε προσεκτικά το αλουμινόχαρτο.

Δέκα λεπτά πριν ολοκληρωθεί το ψήσιμο του μπράουνι λιώστε σε μία κατσαρόλα σε πολύ χαμηλή φωτιά & ανακατεύοντας συνεχώς τη σοκολάτα γάλακτος μαζί με το βούτυρο και το φυστικοβούτυρο. Όταν ομογενοποιηθεί ενσωματώστε τα rice crispies, που δίνουν στο γλυκό ένα υπέροχο κριτς-κριτς. Αν δεν τα βρείτε χρησιμοποιήστε τα choco pops.
"Λούστε" το μπράουνι με το μείγμα και αφήστε το να κρυώσει, καλύτερα στο ψυγείο για κανένα δίωρο, μέχρι να σφίξει η επικάλυψη.



Είναι απολαυστικό και κρύο απευθείας από το ψυγείο αλλά και αν το αφήσετε για δέκα λεπτά σε θερμοκρασία περιβάλλοντος πριν αμαρτήσετε...
Ταιριάζει υπέροχα με καφεδάκι, μου είπαν κάποιοι φίλοι...Εγώ νομίζω ότι ταιριάζει σε κάθε στιγμή της ημέρας...

 

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Ημερολόγιο Ταξιδίου: Βαρκελώνη, μέρος τέταρτο

Τέταρτη και τελευταία μέρα στη Βαρκελώνη. Πάντα με πιάνει μία μικρή μελαγχολία όταν αποχωρίζομαι έναν τόπο που με έκανε να τον αγαπήσω. Πόσο μάλλον με την πρωτεύουσα της Καταλονίας, που σε μαγεύει με τη φιλοξενία, την αισθητική της και την ενέργεια που εκπέμπει.
Η μέρα μας θα ήταν βασικά αφιερωμένη στο μουσείο του Picasso. Έργα του έχω δει σε πολλές πινακοθήκες στον κόσμο όπως στην Tate Modern του Λονδίνου, αλλά η επίσκεψη στο μουσείο του ήταν κάτι που ήθελα πολύ. Μπορεί να μου κόστισε κάτι παραπάνω από το κανονικό, αλλά χαλάλι. Θα καταλάβετε παρακάτω τί εννοώ...
Από το κέντρο περπατήσαμε μέχρι το μουσείο, είναι απόσταση που άνετα πάτε με το πεζό 2, δε χρειάζεστε μεταφορικό μέσο. Η βόλτα απολαυστική το πρωί, πέτυχα και αυτό το αλλαντοπωλείο ανοιχτό και μου βγήκε το μάτι πρωί πρωί με τόσα γκουρμέ καλούδια...


Το μουσείο είναι χωμένο κάπου στην παλιά πόλη, σε ένα από τα γραφικά δρομάκια που σε κάνουν να νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε άλλο κόσμο...Η ουρά, βέβαια, που αντικρύσαμε ήτάν τόσο μεγάλη που μας επανέφερε στην πραγματικότητα...Μου θύμισε την ατέλειωτη ουρά στις κατακόμβες του Παρισίου, με τη διαφορά ότι εδώ, ευτυχώς, το πράγμα κινούνταν πιο γρήγορα. Αν και, επειδή εγώ με τις ουρές έχω ένα θέμα, άφησα τους άλλους στο 'πόδι μου' και πήγα μία μικρή βολτίτσα στα πέριξ, έκανα και μία αγορά κόκκινων παπουτσιών και επέστρεψα περιχαρής τη στιγμή που οι άλλοι έφταναν στο ταμείο...





Ενδιαφέρον το μουσείο, αν και τη μοντέρνα τέχνη δεν την κατέχω. Φεύγοντας και έχοντας μπροστά μας όλη την ημέρα για να κάνει ο καθένας ό,τι ήθελε, κάναμε μια στάση σε μία παστελλερία, ζαχαροπλαστείο δηλαδή, για να δοκιμάσουμε επιτέλους μία κρέμα καταλάνα. Η κρέμα πλούσια, μεστή και καραμελένια ήταν τοποθετημένη σε σοκολατένιο φορμάκι πεντανόστιμο-έξυπνη και οικολογική πατέντα...

Όπως διαπιστώνετε και μόνοι σας, τα γλυκά των Ισπανών δεν έχουν καμία σχέση με τα δικά μας. Έχουν νομίζω μια πιο συντηρητική άποψη. Και ερωτώ, τί να μου κάνει εμένα στη λιγούρα μία μαρέγκα ή ένα μπισκοτάκι;;; Και αναρωτιέμαι, πώς γίνεται σε ένα ζαχαροπλαστείο κατά βάση να που λάνε και σάντουιτς;;;;;;



Αφού η κρέμα καταλάνα μοιράστηκε στα τρία, τα τρία γουρουνάκια, ε, σόρρυ, ξαδερφάκια ήθελα να πω, πήραν τα δρομάκια της παλιάς πόλης για να βρουν ένα συγκεκριμένο κατάστημα που έψαχναν.  Το κατάστημα εβρέθη, η κατάθεση πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό τρίτου και συνεχίσανε την περιήγηση για να εντοπίσουν ένα άλλο κατάστημα που πουλάει μόνο εσπαντρίγιες. Όλων των ειδών: αντρικές, γυναικείες, παιδικές, πρόχειρες ή στυλάτες, φτηνές ή ακριβές κ.ά.


Εδώ κάπου εντοπίσαμε αυτό το ενδιαφέρον καφέ όπου παραλίγο να καθίσουμε, αλλά τελικά και δυστυχώς το παρακάμψαμε με την προοπτική να πιούμε καφεδάκι στη Μπαρσελονέτα, στην παραλια δηλαδή. Και λέω δυστυχώς, βεβαίως βεβαίως, γιατί αν είχαμε καθήσει ίσως και να μην είχα κάνει τη 'φιλανθρωπία' στο κλεφτρόνι που με επιστημονικά άρτιο τρόπο, αθόρυβα και αποτελεσματικά ξετρύπωσε το πορτοφόλι μου από τη τσάντα του σπορτ μπίλι, η οποία μάλιστα διπλοκλειδώνει! Μην ανησυχείτε, η ζημιά μου περιορίστηκε σε ένα πορτοκαλί χαρτονόμισμα. Σε τίποτα άλλο. Ούτε ταυτότητα, ούτε πιστωτική ούτε τίποτα. Και αυτό χάρη στην προνοητικότητά μου να φοράω εσωτερικό τσαντάκι στα ταξίδια μου. Και δε θα μπορούσα να μη φοράω εσωτερικό τσαντάκι στη Βαρκελώνη που είναι φημισμένη για το επίπεδο των κλεφτρονιών της. Απλό παράδειγμα αυτό της κολλητής μου, η οποία ανήμερα Πρωτοχρονιάς πριν πολλά χρόνια βρέθηκε με τις βαλίτσες της εξαφανισμένες από το ενοικιασμένο αυτοκίνητο, χωρίς ρούχα να αλλάξει, χωρίς υγρό φακών...Το μόνο που της άφησαν πίσω ήταν η τσάντα με τα απαραίτητα του παιδιού. Συγκινητικό. Ήταν φιλεύσπλαχνοι κλέφτες...

Πάντως εγώ ακόμα και τώρα που το ξανασκέφτομαι απορώ σε ποιο σημείο έβαλε τη χερούκλα του μέσα στη τσάντα μου όποιος την έβαλε και πώς έλυσε το διπλό κλέισιμό της...Απλά, ξαφνικά ένιωσα το σακίδιό μου ελαφρύτερο απ' ότι συνήθως...
Απτόητη, ωστόσο, συνέχισα τη βόλτα, βρήκαμε το κατάστημα με τις εσπαντρίγιες και κατηφορίσαμε προς παραλία μεριά.



Στη Μπαρσελονέτα έχει πολλά εστιατόρια ψαροφαγίας για να καθήσετε. Εμείς δεν το κάναμε, αν και δε φαίνονταν και πολύ τουριστικά.


Η αμμώδης παραλία δεν είναι εντελώς οργανωμένη, ενώ το αεράκι είναι αρκετά δυνατό. Για μένα που έχω συνηθίσει στις βαθιές θάλασσες με το βοτσαλάκι η Μπαρσελονέτα δε μου γέμισε το μάτι. Φαντάζομαι όμως ότι για έναν Αθηναίο θα είναι κανονικός παράδεισος.


Από την παραλία, όπου τελικά δεν καθήσαμε για καφέ, πήραμε το λεωφορείο για επιστροφή στο κέντρο και από εκεί με το μετρό και το φουνικουλάρ (το τελεφερίκ δηλαδή) ανεβήκαμε στο Μοντζουικ. Εγώ δε συνέχισα μέχρι πάνω τη βόλτα, ήμασταν ήδη αρκετά ψηλά για να θαυμάσω τη θέα και το πράσινο.



Κατεβήκαμε από το λόφο με τα πόδια και στα αριστερά μας συναντήσαμε το παλάτι του Montjuic, που πλέον είναι μουσείο. Μου ήρθε λιποθυμία βλέποντας τα εκατοντάδες σκαλοπάτια που θα έπρεπε να ανεβούμε, αλλά συνήλθα όταν κοίταξα καλύτερα και παρατήρησα τις κυλιόμενες σκάλες, τόσο καλά σχεδιασμένες και εναρμονισμένες στο περιβάλλον...


Το Μόντζουικ φημίζεται για τα εντυπωσιακά συντριβάνια που λειτουργούν μόνο βράδυ. Δεν καταφέραμε να πάμε, αλλά όλοι λένε πως αξίζει τον κόπο...




Το τελευταίο μας δείπνο στη Βαρκελώνη προτιμήσαμε να μην είναι και τόσο ισπανικό, γιατί από μέρες μάς είχε γυαλίσει ένα κινέζικο εστιατόριο, όπου ο κόσμος έκανε ουρές για να βρει τραπέζι. Μού διαφεύγει το όνομα, παρακαλώ όποιον από τους 6 το θυμάται να το αναφέρει :-)


Η ατμόσφαιρα του εστιατορίου ήταν πολύ ζεστή, μοντέρνος χώρος που καμία σχέση δεν έχει με τα κιτς κόκκινα κινέζικα που ξέρουμε εμείς οι Ροδίτες.
Η κουζίνα στο ισόγειο είναι ανοιχτή και οι θαμώνες μπορούν να παρακολουθήσουν πώς στήνονται τα πιάτα από το μηδέν.
Πήραμε διάφορα πιάτα, ήταν όλα αξιοπρεπή, αν και θα περιμέναμε το κάτι ακόμα καλύτερο. Προσωπικά μού άρεσε η κρύα ντοματόσουπα με σορμπέ λεμόνι, η οποία ήθρε σε μια πορσελάνίνη κανάτα και σερβιρίστηκε μπροστά μου στο πιάτο. Πολύ νόστιμη ήταν και η πάπια, καλομαγειρεμένη και μαλακή. Εντυπωσιακά στην όψη και στην ιδέα, αλλά όχι τόσο στον ουρανίσκο ήταν τα τηγανιτά νούντλς που έπρεπε να σπάσουμε μόνοι μας μέσα στο πιάτο και είτε να τα μουσκέψουμε στα ζουμιά του φαγητού, είτε να τα μασουλήσουμε κριτς κρατς σαν τσιπς.
Κορυφαίο, ωστόσο, πιάτο ήταν το ρυζάκι με τα μανιτάρια. Πολύ ζουμερό και μυρωδάτο!










Μετά από ένα τέτοιο δείπνο το πρόγραμμά περιορίστηκε στο πακετάρισμα των αποσκευών για να επιστρέψουμε στη Ρόδο. Όχι όμως έτσι απλά...Γιατί, όταν ταξιδεύεις με φτηνές αεροπορικές εταιρείες έχεις την ευκαιρία να κάνεις στάσεις σε άλλες πόλης της ευρώπης για μερικές ώρες. Τί λέτε για ένα ιταλικό εσπρέσσο στο Μπέργκαμο;;; Για ένα κομμάτι πίτσα με προσούτο;;; Για ένα πανίνι;;; Δε σας έπεισα;;; Τότε, τί λέτε για ένα υπέροχο ιταλικό παγωτό από το GROM? Τί είναι αυτό; Η καλύτερη αλυσίδα φρέσκων παγωτών. Αν ποτέ έχετε την τύχη να συναντήσετε ένα Γκρομ μπείτε μέσα και ζητήστε απαραιτήτως μία μπάλα πράσινο φιστίκι. Ένα θα σας πω: εγώ το φιστίκι δεν το τρώω σε μορφή παγωτού. Όμως στο Grom είναι θεϊκό, απλά.
Α, να μην ξεχάσω να αναφέρω ότι κάθε μήνα έχουν μία έξτρα διαφορετική γεύση. Τον Ιούλιο είχαν παγωτό σοκολάτα Gianduja. Μιλάμε για την απόλυτη κόλαση. Αχ, αδερφή, πότε με το καλό θα ετοιμάσουμε βαλίτσες για Μιλάνο ή Μπέργκαμο; Ή τελοσπάντων κάπου που να έχει Grom???



Στο κέντρο του Μπέργκαμο

Η εκκλησία της πόλης

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Ημερολόγιο Ταξιδίου: Βαρκελώνη, μέρος 3ο

 Προφανώς, όταν πηγαίνεις ταξίδι με εφτά άτομα, δεν περιμένεις να υπάρξει περίπτωση να μείνεις μόνος στην πόλη και να κάνεις ό,τι θέλεις. Κι όμως, στη Βαρκελώνη το θαύμα συνέβη. Γιατί την Τρίτη μέρα των διακοπών μας οι 6 στους 7 ήθελαν να διανύσουν απόσταση μίας ώρας με το λεωφορείο για να φτάσουν σε ένα χωριό-εμπορικό κέντρο και να αφιερώσουν εκεί το χρόνο και το χρήμα τους. Δε θα υπήρχε περίπτωση να ακολουθήσω. Και καλώς έπραξα, εν τέλει, γιατί μένοντας πίσω μπόρεσα να απολαύσω την πόλη, τα κτήρια-στολίδα που την κοσμούν, να περπατήσω σε μικρά δρομάκια και να ανακαλύψω κρυφές ομορφιές. Στις σημαντικότερες ανακαλύψεις μου συγκαταλέγω το Cup&Cake Barcelona, συγκεκριμένα το μικρό παράρτημα που βρισκόταν κάτω από τη μύτη μου, σε απόσταση αναπνοής από το ξενοδοχείο. 

Ο χώρος του είναι μικρός, λιτός και μοντέρνος, με καθαρά λευκά χρώματα στη διακόσμηση τα οποία ζωντανεύουν με τα χρωματιστά cupcakes που στολίζουν τις βιτρίνες. Οι γεύσεις ποικίλουν από μέρα σε μέρα, πάντως η ποιότητα είναι σταθερά υψηλή. Το κεκάκι είναι ζουμερό και γευστικό, ενώ το frosting βελούδινο αρωματικό και πλούσιο. Τόσο πλούσιο που ίσως να ‘πνίγει’ λίγο τη βάση. Νομίζω ότι σε μικρότερη δόση θα ήταν πιο ισορροπημένο το αποτέλεσμα. 





Δοκίμασα cupcake βανίλιας με επικάλυψη κρέμας τυριού, cupcake σοκολάτας με επικάλυψη βουτυρόκρεμας σοκολάτας και cupcake μήλο με επικάλυψη κρέμας τυριού. Δείτε το βιντεάκι που εντόπισα για το κατάστημα. Φορέστε και τη σαλιάρα πριν πατήσετε το play!

Έχοντας πάρει εκατοντάδες θερμίδες περπάτησα μέχρι τον καθεδρικό ναό της πόλης, όπου απέξω υπήρχε παζάρι με παλιά αντικείμενα, συνέχισα στα παρακείμενα δρομάκια και κατέληξα στη σκεπαστή αγορά της Santa Caterina, με την πολύχρωμη κυματοειδή οροφή.






Η αγορά αυτή είναι λιγότερο τουριστική από τη Boqueria, έχει επίσης μεγάλη ποικιλία προϊόντων, είναι πιο μαζεμένη σε μέγεθος και νομίζω πιο φτηνή. Εκεί είδα για πρώτη φορά να πουλάνε χύμα, με το κιλό κατεψυγμένα προϊόντα (!)


Προμηθεύτηκα φρεσκοστυμμένο χυμό καρύδας και κατευθύνθηκα προς το El Corte Ingles, παλιό πολυκατάστημα που έχει συνδέσει το όνομά του με την εμπορική δραστηριότητα της Ισπανίας. Στο μυαλό μου υπάρχει αμυδρά η επωνυμία από τότε που ως το πολύ πεντάχρονη με είχαν πάρει οι γονείς μου στη Μαδρίτη.


Δεν ανέβηκα στους επάνω ορόφους, αλλά περιορίστηκα στο υπόγειο σούπερ μάρκετ και τη γωνία γκουρμέ. Εντύπωση προκαλούν τα ατελείωτα ράφια με κονσέρβες ψαριών κάθε είδους, η μεγάλη ποικιλία σε ξύδι και ψωμί, τα ζωντανά προς ‘ψάρεμα’ στο ενυδρείο τεράστια καβούρια, και οι πολλών ειδών μαύρες σοκολάτες. Θυμάμαι, όταν το 1997 βρεθήκαμε με τη χορωδία στο Vic βόρεια της Βαρκελώνης, η οικογένεια που μας φιλοξενούσε μας έφτιαξε ένα γλυκό (διεγράφη ήδη από τη μνήμη μου) το οποίο συνοδευόταν με μία καταπληκτική σάλτσα σοκολάτας. Από τότε έλεγαν ότι οι Ισπανοί έχουν αδυναμία και αξιοποιούν τη μαύρη σοκολάτα.
Έκανα να βγω από το El Corte Ingles, αλλά ξαναμπήκα μέσα άρον άρον, μιας και έξω είχε πιάσει μια γερή καλοκαιρινή μπόρα που αναστάτωσε τους τουρίστες της πόλης.
Αργότερα, ανηφορίζοντας προς τα επάνω, πέρασα ξανά από την Casa Batlo, και τη La Perdera. Στην επιστροφή κοντοστάθηκα στη Boqueria, αγόρασα 5 δροσιστικά και ζουμερά λίτσι (€20,00 το κιλό, παρακαλώ), passion fruit και καθαρισμένη καρύδα.

Όταν πια επέστρεψαν οι υπόλοιποι 6 από το εμπορικό πήγαμε όλοι μαζί για φαγητό στη Rambla, στο Attic. Σας συνιστώ να μην πάτε, γιατί παρότι ο χώρος είναι προσεγμένος, δε μπορώ να πω το ίδιο και για το φαγητό, το οποίο ήταν σχεδόν απαράδεκτο (αν και καλοστημένο), με εξαίρεση-αν και αλμυρή-την παέγια. Προσωπικά εκεί δοκίμασα το χειρότερο μπιφτέκι που έχω βάλει ποτέ στο στόμα μου, όπως επίσης και τη χειρότερη ‘σπιτική’ κέτσαπ. Δεν αναλύω περισσότερο, απλά ΜΗΝ ΠΑΤΕ.






 Στο πρώτο πόστ της Βαρκελώνης είχα αναφερθεί στο πόσο λιτά είναι τα μπαρ των Ισπανών και στο πόσο ωραία ατμόσφαιρα δημιουργείται από τον κόσμο. Για δεύτερη φορά, μετά το Bar Tahiti, επιβεβαίωσα την άποψή μου στο Negroni, μικρό μπαράκι επί της Joaquin Costa. Ήταν ό,τι έπρεπε για να κλείσει η βραδιά...

Σύντομα το τελευταίο μέρος της Βαρκελώνης...